ἀκή 1

ἀκή 1.
Grammatical information: f.
Meaning: ἀκμη σιδήρου Suid., H. (cod. αἰχμή).
Other forms: A parallel formation is ἀκίς, -ίδος f. `needle, arrow, barb' (Hp.).
Compounds: see s.v. -ήκης.
Derivatives: From ἀκίς: ἀκίδιον `small barb' (BCH 29, 572), ἀκιδωτός `pointed' (Paul. Aeg.), also plant names like ἀκιδωτόν (Dsc.), passive vb. adj. ἠκιδωμένος (IG 2, 807). But ἀκίσκλων (gen. pl. BGU 1028, 12; 16, IIp) from Lat. acisculum `the small pointed hammer of a stone-mason', cf. Schubart's comment.
Origin: IE [Indo-European] [18] *h₂eḱ-
Etymology: Prob. from a root noun, Schwyzer 465. - Derived from a root ἀκ- `sharp', seen in several other foms.
See also: ἄκαινα, ἄκανος, ἄκων, ἀκμη, ἀκόνη, ἄκρος, ἀκωκη, ἄκων, ἠκή, -ήκης.
Page in Frisk: 1,52

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀκή — point fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ακή — (I) ἀκὴ, η (Α) αιχμή. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ἀκὴ ανάγεται στη ΙΕ ρίζα *ακ που σήμαινε «οξύς, αιχμηρός, κοφτερός». Με την ίδια ρίζα συνδέονται πολλές λέξεις τής Ελληνικής, όπως ἄκρος, ἄκων, ἀκόντιον, ἀκμή, ἀκόνη κ.ά. Αντίθετα προς τη λ. ἀκή, που σώθηκε… …   Dictionary of Greek

  • ἀκῇ — ἀκέομαι heal fut ind mid 2nd sg (attic doric aeolic) ἀκέομαι heal pres subj mp 2nd sg ἀκέομαι heal pres ind mp 2nd sg ἀκέω pres subj mp 2nd sg ἀκέω pres ind mp 2nd sg ἀκέω pres subj act 3rd sg ἀκή point fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἄκη — Ἄκης masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄκη — ἄκος cure neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἄκος cure neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἄ̱κη , ἀκέω imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) ἀκέω pres imperat act 2nd sg (doric aeolic) ἀκέω imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἄκῃ — Ἄκης masc dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκαῖς — ἀκή point fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκᾷ — ἀκή point fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκήν — ἀκή point fem acc sg (attic epic ionic) ἀκήν softly indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • .ακ' — ἀκά̱ , ἀκή point fem nom/voc/acc dual ἀκά̱ , ἀκή point fem nom/voc sg (doric aeolic) ἀκαί , ἀκή point fem nom/voc pl ἀκί , ἀκίς pointed object fem voc sg ἐκά , ἐκάς fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • .αχ' — ἀκά̱ , ἀκή point fem nom/voc/acc dual ἀκά̱ , ἀκή point fem nom/voc sg (doric aeolic) ἀκαί , ἀκή point fem nom/voc pl ἀκί , ἀκίς pointed object fem voc sg ἐκά , ἐκάς fem voc sg ἀ̱χά̱ , ἠχή sound fem nom/voc/acc dual (doric) ἀ̱χά̱ , ἠχή sound fem… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.